κρυφοκοιτάζω

κρυφοκοιτάζω
μετ. , αμετ. подсматривать, подглядывать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "κρυφοκοιτάζω" в других словарях:

  • κρυφοκοιτάζω — κοιτάζω κρυφά, χωρίς να γίνομαι αντιληπτός …   Dictionary of Greek

  • κρυφοκοιτάζω — κρυφοκοίταξα, κρυφοκοιτάχτηκα, κρυφοκοιταγμένος, κοιτάζω κρυφά, κρυφοβλέπω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κρυφοβλέπω — κρυφοκοιτάζω, παρατηρώ κρυφά …   Dictionary of Greek

  • κρυφ(ο)- — (AM κρυφ[ο] ) πρώτο συνθετικό πολλών λέξεων τής Ελληνικής που σημαίνουν ότι αυτό που δηλώνεται από το β συνθετικό γίνεται κρυφά, συγκεκαλυμμένα, με τρόπο ώστε να μην γίνει αντιληπτό (πρβλ. κρυφο γελώ, κρυφο λαλιά). Προέρχεται από το επίθετο… …   Dictionary of Greek

  • κρυφοκοίταγμα — και κρυφοκοίταμα και κρυφοκοίτασμα, το [κρυφοκοιτάζω] κοίταγμα κρυφό, που δεν γίνεται αντιληπτό από τους άλλους …   Dictionary of Greek

  • κρυφοτηρώ — και άω βλέπω κρυφά, κρυφοβλέπω, κρυφοκοιτάζω …   Dictionary of Greek

  • υποβλέπω — ὑποβλέπω ΝΜΑ λοξοκοιτάζω, βλέπω κάποιον με υποψία ή με δυσπιστία και φθόνο (α. «συνεχώς μέ υποβλέπει» β. «οἱ στρατιῶται ὑπέβλεπον αὐτὸν ὡς καταφρονοῡντα σφῶν», Πλάτ.) νεοελλ. εποφθαλμιώ κάτι, επιδιώκω να αποκτήσω κάτι (α. «υποβλέπει την περιουσία …   Dictionary of Greek

  • κρυφοτηρώ — και κρυφοτηράω βλέπω κρυφά, κρυφοκοιτάζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μπανίζω — μπάνισα 1. κρυφοκοιτάζω κάτι με πόθο: Μπάνιζε τη γειτόνισσα του απέναντι διαμερίσματος. 2. διακρίνω, βλέπω από μακριά: Τον μπάνισανα κλέβει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»